Άνοιξη μισή

 

 

Νεκρά κλαδιά, δέντρα ξαπλωμένα, έσβησαν τα πάντα, και εσύ ακόμα λείπεις.. που εισαι να τα κάνεις όλα φως;

Άνοιξη μισή μακριά σου.

Ποτε θα ρθεις; Η μόνιμη ερώτηση.

(home)

Σκέψη: Και αν δεν έχεις ένα σπίτι να γυρίσεις ;

Φωνή: έφυγε απτο ” σπίτι ” σαν όλα τα παιδιά μα όταν γύρισε το σπίτι δεν υπήρχε πιά.

Σκέψη: Αν δεν έχεις ένα ασφαλές μέρος να γυρίσεις; Αν νιώθεις οτί δεν ανήκεις πουθενά;

Φωνή: Πάντα νιώθουμε ότι τουλαχιστον ανήκουμε στην οικογένεια μας, ε;

Φωνή Β’: Μα την ψάχνει και δεν τη βρίσκει. Το σπίτι της χάθηκε.Ή μάλλον είναι ακόμα εκεί αλλα δεν είναι ό,τι ήταν.

Σκέψη: Μοιαζει το σπίτι το νέο πιο ασφαλές αλλά.. δε παύει να ναι ξένο.

Φωνή: Είναι που λείπουν οι δικοί της, πάντα λείπουν, συναισθηματικά και σωματικά, ο καθένας με τον τρόπο του.

Φωνή Β’: Είναι που οι δικοί της δεν είναι πλέον δικοί της.

Κοπέλα: Είναι που το “σπίτι” πια ειμαι μόνο εγώ.

Σιωπη: Σωστά.

ουδείς

Νόμιζα θα γλίτωνα,

νόμιζα,

νόμιζα θα ζούσες περισσότερο

 

όπως σε είχα στο μυαλό μου

να μείνεις, όπου κι αν πας.

 

καλημέρα

ξύπνησα χωρίς να θέλω

κοιτάω το είδωλο μου στον καθρέφτη

χλωμή

 

περιμένοντας το λεωφορείο

μπα, άσε δε μπαίνω

 

περπατάω ανάμεσα σε πεσμένα φύλλα

κρύος αέρας , η ζακέτα αυτή δε φτάνει να με ζεστάνει

 

θα θελα να βγάλω φωτογραφία αυτή την παρέλαση λουλουδιών

σ΄εκείνο το μπαλκόνι ψηλά

 

περνάω από το γνωστό καφέ

πόσος καιρός να πέρασε;

ξεχάστηκα

 

ακόμα να φτάσω σπίτι

περνάω τη διασταύρωση χωρίς να κοιτάξω

πέφτω στην πόρτα με δύναμη

έφτασα.

Καλή σου μέρα

 

δαίμονες

Oι δαίμονες μας ,ξέρεις, είναι και άγγελοι

και στο βάθος της κόλασης φαίνεται ο παράδεισος

 

χρυσά φτερά με κόκκινα μάτια

οι δαίμονες μας..

όσο τους μισούμε τόσο δε τους αποχωριζόμαστε ποτέ

 

ποιος έφταιξε

φωνές ήσυχες

σε συζητήσεις αχνές

ένταση σταδιακή

μάταιες κουβέντες

οι γονείς

οι γονείς ;

 

δεν αντέχω άλλο-

η μάνα.

 

φτάνει-

ο πατέρας.

 

κενό-

τα παιδιά.

 

οικογένεια: έννοια χαμένη προ πολλού, αναζητείται